Πέμπτη 10 Απριλίου 2014

ρωτάω να μαθαίνω

Είναι Πέμπτη. Έλα είναι ακόμα Πέμπτη. Δε μπορεί να έχετε κοιμηθεί για βράδυ Πέμπτης δηλαδή ήμαρτον. Σήμερα η μέρα προσφέρεται, αλλα δε θα κλαψουρίσω, θα γράψω άσχετα και θα προβώ σε ρητορικές ερωτήσεις. Του τύπου ποιοι είναι οι πραγματικοί φίλοι; Σε ποια θέση της λίστας των προτεραιοτήτων τους πρέπει να σε έχουν; Το πραγματικό ενδιαφέρον εκδηλώνεται με τον χρόνο που περνούν μαζί σου (είτε εκ του σύννεγυς, είτε στο τηλέφωνο, είτε σε κάποιο chat κλπ); Ποιος σ' αγαπάει περισσότερο, εκείνος που στο λέει συνέχεια ή εκείνος που στο δείχνει; Για ποιον αξίζει να περιμένεις; Για ποιον αξίζει να προσπαθείς; Ποιες αξίες κάνουν τον τέλειο φίλο; Ποιες τον τέλειο 'γκόμενο'; (δε μ' αρέσει η λέξη, αλλά πουλάει) Όλ' αυτά τα υπαρξιακά με έτρωγαν σήμερα όλη μέρα. Όπως φυσικά και τα "τι θα κάνω στη ζωή μου; τι θ' απογίνω μαμά;" κι άλλα τέτοια εύθυμα.
Εννοείται πως δε θα απαντήσω στις ερωτήσεις μου γιατί και μόνο που τις σκεφτόμουν μου προκάλεσαν ένα ψυχολογικό αμόκ. Για να το ξεπεράσω είδα "The Face". Aπλά δείτε το. Είναι ριάλιτι, έχει και Uk, και Au και Αμερικάνικο, είναι τύπου The voice, αλλά για μοντέλα και σε όλους τους κύκλους, μια από τις coaches (ναι έχει και πληθυντικό Γιώργο Λιάγκα!), είναι η μοναδική Naomi Campbell! Mιλάμε για την υπέρτατη κατινιά, για πολύ ωραία κορίτσια και για τέλειες δοκιμασίες. Είναι ό,τι πρέπει για moody days! Έχουν ολοκληρωθεί ένας αγγλικός κι ένας αμερικάνικος κύκλος και τώρα παίζονται άλλος ένας αμερικάνικος θαρρώ, κι αυτός από Αυστραλία (δε μ' αρέσει η λέξη αυστραλέζικος).
Επίσης τι φάση αυτή με το βυζί κάθε φορά όταν περιμένεις περίοδο που μεγαλώνει, τουμπανιάζει και γίνεται σα σιλικονούχο; Τα σιλικονούχα άραγε πώς να γίνονται; Η Κατερίνα Καινούργιου γιατί κάνει τηλεόραση; Υπάρχει κανείς που να πιστεύει στα ζευγάρια τύπου Ρέμος-Μπόσνιακ, Μακρυπούλια-Χατζηγιάννης; Τον Σεργιανόπουλο εντέλει ποιος τον σκότωσε; Θα φορεθεί εφέτο το τυρμπαν;

Και τώρα ας κράξω λίγο - αν τυχόν ταυτιστεί καμια φίλη που να με ενδιαφέρει και θιχτεί με τα παρακάτω, παρακαλώ να μην τα πάρει προσωπικά, εκτιμώ το χαρακτήρα της και εξαιρείται: Τι σκέφτεστε εσείς με τα κολάν παντελόνια που φεγγίζουν και φαίνεται το βρακί; Δε θα το χωνέψω ποτέ! Επίσης εσείς που έχετε μακριάααααα μαλλιά, το καστανό με το οποίο ήρθατε στη ζωή, κι όταν πάτε για κούρεμα κανείς δεν το καταλαβαίνει, ΔΕ ΣΑΣ ΒΑΡΙΕΣΤΕ;;; Επίσης σήμερα σκεφτόμουν ποια θα ήταν η χειρότερη βρισιά ας πούμε, και κατέληξα ότι το χειρότερο που έχω πει και δε θα 'θελα ποτέ να πουν για 'μένα είναι να λυπηθούν για τον αέρα που καταναλώνω (aka πιο βαρετός πεθαίνεις). Βρείτε τρόπους να γίνεται ενδιαφέροντες ανθρωποι! Να μην υπάρχετε απλά και πιάνετε χώρο και στα ΜΜΜ και ψηφίζετε κι όλας! Πλάκα πλάκα τι θα γίνει φέτος στις δημοτικές, κάθε καρυδιάς καρύδι θα κατέβει. Και κάπου άκουσα και ο Αλέξης Γεωργούλης. Ουφ. βαρέθηκα. δεν είχα καμια όρεξη να γράψω ποστ, αλλά ήθελα να μαι εντάξει με τον εαυτό μου να μην έχω τύψεις. Μου λείπει κάτι ενδιαφέρον απο τη ζωή μου πάντως. Kαι μ' έχει πιάσει κι ανασφάλεια. πφφφφ Ίσως τα λέω από ορμονική διαταραχή αυτά. Θα το σκεφτώ και θα αναδιατυπώσω if needed. Για δωράκι και για όσους έχουν αϋπνίες και θέλουν λίγο να τριπάρουν ένα απλό, λιτό παραμυθάκι με το οποίο είχα πάρει μέρος σ' έναν διαγωνισμό κανά δυο χρόνια πίσω!

 id
Ήξερα από την αρχή πως θα το μάθαινε. Ήταν εξαιρετικά επίφοβο να έρθω σε επαφή με τον κύριο Σίγκμουντ. Πήρε τηλέφωνο την Άνια την οικονόμο και της είπε να μου απαγορεύσει να φύγω απ’ το σπίτι ωσότου επιστρέψει ο ίδιος. Είναι αυστηρός ο πατέρας. Ακόμα και τώρα στα εικοσιένα μου, μου φέρεται όπως τότε. Θα με τιμωρήσει, αλλά τον έχω τιμωρήσει πρώτη εγώ. Κι αν ένα πράγμα έμαθα από τα χρόνια κηρύγματά του, είναι πως η τιμωρία δεν είναι μεμπτή, δεν είναι καν επιλήψιμη. Όποιος αγαπά, τιμωρεί. Μ’ αγαπούσε και μου το ‘δειχνε. Έχει τον τρόπο του. Όλοι τον έχουν. Τον αγαπώ κι εγώ. Πιο πολύ όταν με τιμωρεί.
Έκλεισε με δύναμη την πόρτα διαταράσσοντας την ησυχία του σπιτιού. Δεν τον άκουσα ποτέ να την ανοίγει. Θαρρείς πως απ’ την οργή του τη διαπέρασε, σαν ένα εμπόδιο που δεν ορθώθηκε ποτέ. Το ρολόι έδειχνε όπως πάντα εννιά.
-          Πώς μπόρεσες να μου το κάνεις αυτό; Σε μεγάλωσα για να εξελιχθείς, να γίνεις από «κάτι», «κάποια», κι εσύ επέλεξες να γίνεις ένα «τίποτα»; Ένας γενικός άνθρωπος, μια κοινή γυναίκα, ένα αντικείμενο που αλλάζει υποκείμενα! Ήξερες τι γνώμη μου, γιατί το έκανες; Καμία επιστήμη και νευροψυχολογία, καμία λογική δεν επιστρατεύεται όταν εμπλακεί συναίσθημα, κι εγώ σ’ αγαπώ και δεν καταλαβαίνω. Εξήγησέ μου γιατί, σκρόφα.
Με χτύπησε.
-          Όχι, όχι στο πρόσωπο..
-          Για να μη σημαδευτείς και δε σε θέλουν; Δεν ανέχομαι να μειώνεις έτσι τον ίδιο σου τον πατέρα. Ήταν πολύ εγωιστικό αυτό εκ μέρους σου. Δε σου αξίζω. Ούτε εγώ, ούτε οι αρχές μου, ούτε το σπίτι μου. Με πρόδωσες. Σε μεγάλωσα με ό, τι μπορεί κανείς να ζητήσει. Νόμιζα πως σε ανέθρεψα να γίνεις ενάρετη. Ήσουν αγνή. Ήσουν το κορίτσι μου, το κοριτσάκι μου. Τώρα γιατί επέλεξες όλους αυτούς; Μπορούν να σου δώσουν ο, τιδήποτε παραπάνω απ’ τον πατέρα σου; Λεφτά, βέβαια λεφτά! Έχεις όσα θες εδώ. Τελειώσαμε. Έκανες την επιλογή σου. Το «λυπάμαι» δεν αρκεί για να περιγράψω πως νιώθω. Ούτε η ψυχολογία μπορεί να μου προσφέρει έναν όρο ικανό να αποδώσω τη συναισθηματική μου κατάσταση!
Και έφυγε. Ποτέ δε μπορούσα να του πω όσα σκεφτόμουν. Πάντα τα πρόβαρα μπροστά στον καθρέφτη. Το είδωλό μου ήταν ο τέλειος ακροατής. Με μιμούνταν, λες και με κορόιδευε. Άλλωστε του έμοιαζα τόσο πολύ. Από μικρό κοριτσάκι όλοι μου ‘λεγαν πόσο του μοιάζω. Ξεφυλλίζαμε τις σελίδες των βιβλίων με τον ίδιο τρόπο, μετρούσαμε παρέα τα χελιδόνια με τον ίδιο ενθουσιασμό, μιλούσαμε με τον ίδιο αέρα κι εκνευριζόμασταν το ίδιο με την άμμο που κόλλαγε στα βρεγμένα απ’ τη θάλασσα πόδια μας. Ζωγραφίζαμε τα ίδια σχέδια στο χώμα. Ήταν εγώ. Με είχε πλάσει εξ’ ολοκλήρου. Ήταν ο Θεός μου. Ο παράδεισος και η κόλασή μου. Με μεγάλωσε έχοντας παντρευτεί την επιστήμη του, την ψυχολογία. Ήμουν το προσωπικό του στοίχημα, είδε στο πρώτο μου κλάμα, ένα αξιαγάπητο πειραματόζωο, και μια ευκαιρία να εναντιωθεί με αποδείξεις και απτά επιχειρήματα στον συμφοιτητή του τότε, κύριο Σίγκμουντ. Πώς μπορεί ένα βρέφος ακόμα να υποκινείται από τα σεξουαλικά του ένστικτα; Όλη του η ύπαρξη κυριευόταν από την επιθυμία του να αντιταχθεί στο «Εκείνο» που σθεναρά υποστήριζε ο κύριος Σιγκ. Κι εγώ ήμουν για τον πατέρα μου ο άγραφος χάρτης που θα επιτύγχανε το σκοπό του. Ήμουν μάλλον αντικείμενο μελέτης, παρά παιδί. Μεγάλωσα με τις αρχές της αγνότητας και του καθωσπρεπισμού. Κι ακόμα και τώρα μπροστά στον καθρέφτη, αναζητώ τη γυναίκα. Μα πιότερο βλέπω εκείνο το κοριτσάκι που ζητά πεινασμένο το γάλα του.
Κάθε που επέστρεφε απ’ τη δουλειά, έκανα σκανδαλιές και με χαστούκιζε για να με συνετίσει. Ποτέ όμως στο πρόσωπο.
Με κοίταζε με θαυμασμό, κι όταν συνειδητοποιούσε ότι τα μάτια του το φώναζαν τόσο που να τ’ ακούω, με μείωνε. Ήθελε να ‘μαι αγνή, παρθένα. Χωρίς σπίλους και επιρρεπή ένστικτα. Δεν άφηνε κανέναν να μπει ανάμεσά μας. Μισούσα τον τρόπο που μ’ αγαπούσε. Κι όμως κάτι με εξερέθιζε όταν άκουγα τα κλειδιά του στην πόρτα. Ζήλευα την επιστήμη του, κι ό, τι τον αποσπούσε από την αφοσίωσή του στο πρόσωπό μου.
Είχα ανάγκη το θυμό του. Δε μπορούσα μακριά του. Ασφυκτιούσα τόσο κοντά του. Δε δεχόμουν τη συμπεριφορά του ως μορφή αγάπης. Ήξερα πως έχει κι άλλα να μου δώσει. Τα ήθελα όλα, αλλά θα μου τα ΄δινε; Κουράστηκα να ζω επιζητώντας την αγάπη του πατέρα. Το πλέον αυτονόητο είδος της. Αλλά είχα ανάγκη να δω πως είναι να σ’ αγαπούν. Να σου δίνουν όταν τους δίνεις.
Όταν του ζήτησα να μου δείξει πόσο μ’ αγαπά αποκαλύπτοντάς μου τι έκρυβε μέσα στο κουτί με το σκαλιστό τριαντάφυλλο, μου ‘χε πει πως όταν αγαπάς, δε ζητάς ανταλλάγματα. Αλλά πόσο μπορεί κανείς ν’ αγαπά χωρίς επιστροφή; Το αφιλοκερδές δεν το ‘θελα πια. Ήθελα να πληρωθώ για όσα έκανα, για όσα ήμουν. Και έδωσα όλα όσα έχτισε ο πατέρας μου, σε αυτούς που τα εκτιμούσαν. Το άβατό του μαγαρίστηκε με τον πιο πρόστυχο τρόπο. Επέλεγα πάντα επιφανείς άνδρες της πόλης, εχέμυθους. Γι’ αυτό και ο κύριος Σίγκμουντ. Αλλά ήταν η κακιά η ώρα και μας είδαν. Καιρός ήταν να το μάθει. Άλλωστε αυτό ήμουν πια. Ίσως αν του έλεγα πως όταν με πλήρωναν για διανυκτέρευση, επέλεγα πάντα τη δεξιά μεριά του κρεβατιού που προτιμούσε κι αυτός στον ύπνο του, να με συγχωρούσε.
Μου άρεσε να νιώθω ότι αν μ’ έβλεπε να δίνομαι σε κάποιον, θα ζήλευε. Θα ένιωθε οργή και θα με τιμωρούσε. Θα τον εξέπληττε το θράσος μου. Ίσως να αποθαρρυνόταν που τον απογοήτευσε η λογική της επιστήμης του και να αφιερωνόταν ολοκληρωτικά στο συναίσθημά του για ‘μένα. Δεν ήξερα ποιος είχε δίκιο και ποτέ δεν ενστερνίστηκα τον ζήλο του για το σεξουαλικό ένστικτο και την υπό αμφισβήτηση ύπαρξή του. Αλλά το ένιωθα. Φοβόμουν να του πω ότι ίσως κάνει λάθος. Με απέτρεπε το πάθος. Ήξερα πως θα τον σκότωνα, αλλά δεν ήθελα να ζει έτσι τυφλός. Δε μ’ έβλεπε. Τώρα με είδε.

Πολλοί πελάτες πλήρωναν κάτι παραπάνω για να με χτυπούν. Όχι στο πρόσωπο, ποτέ δεν τους άφηνα στο πρόσωπο. Στα οπίσθια πιο πολύ. Θυμάμαι πάντα όταν έσπαγα τα γυαλικά στο σπίτι, τις ξυλιές του μπαμπά εκεί πίσω. Από τότε φώναζα. Μάλλον από ηδονή, παρά από πόνο. 

Καληνύχτα και όνειρα γλυκά χωρίς σκέψεις,
Μάριον

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου